δοκιμάζω
•
- προσπαθώ να λύσω ένα πρόβλημα ή να ξεπεράσω μια δυσκολία αλλάζοντας προσέγγιση, κάνοντας κάτι διαφορετικό, αποπειρώμαι να αντιμετωπίσω κάτι Βικιλεξικό
- Δοκίμασα να μπω στον ιστότοπο με άλλο φυλλομετρητή αλλά τα ίδια
- Δοκίμασα και άλλοτε να κόψω το τσιγάρο/να τον χωρίσω για να βρω την ησυχία μου κ.λπ.
- Δοκίμασαν τη θεραπεία σε μια ομάδα 35 ανθρώπων με ελαφρά έως βαριά συμπτώματα
- κάνω δοκιμές, εξετάζω αν κάτι ταιριάζει/αρέσει σε εμένα ή σε κάποιον άλλον Βικιλεξικό
- Δοκίμασες ποτέ πίτσα με ανανά; Θα εκπλαγείς!
- Δοκίμασα πέντε ζευγάρια αλλά κανένα δε μου έκανε
- προσπαθώ να βρω τα όρια αντοχής, ταλαιπωρώ, βάζω τον άλλο σε δοκιμασία δυσάρεστη Βικιλεξικό
- Αυτά τα άτακτα παιδιά δοκιμάζουν τα νεύρα μου/την υπομονή μου
- στην προστακτική και υποτακτικήέκφραση πρόκλησης, υποτίμησης, η οποία προδικάζει ότι ο άλλος αν αποπειραθεί, προσπαθήσει να κάνει κάτι, δε θα τα καταφέρει Βικιλεξικό
- Για δοκίμασε!
- Ας δοκιμάσει, και θα δει
- αισθάνομαι, βιώνω, γεύομαι Βικιλεξικό
- Δοκίμασα μεγάλη απογοήτευση, χαρά, λαχτάρα, έκπληξη
- παθητικόδοκιμάζομαι: περνώ μεγάλη δοκιμασία, δυσκολία, στενοχώρια, αλλά και κρίνομαι, ελέγχομαι Βικιλεξικό
- Δοκιμάστηκε σκληρά όταν πήγε μετανάστης/έχασε τη γυναίκα του/έμεινε άνεργος
- Δοκιμασμένη γυναίκα (ταλαιπωρημένη, πέρασε μεγάλες δοκιμασίες
- Δοκιμασμένος πολιτικός/γιατρός/δικηγόρος (έχει δοκιμαστεί στην πράξη και έχει κριθεί πολύ καλός, έμπειρος σε αντιδιαστολή προς το πρωτάρης, αδόκιμος, αγνώστων ικανοτήτων)
Ετυμολογία
δοκιμάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δοκιμάζω < δόκιμος < δέχομαι
Άλλοι τύποι
δοκίμαζαδοκίμασαδοκιμάζομαιδοκιμάσωδοκιμασμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →