επιδομή
•
- λόγιοό,τι κτίζεται πάνω από άλλο προϋπάρχον κτίσμα ή θεμέλια Βικιλεξικό
- ειδικότεραη σιδηροδρομική γραμμή καθώς και τα τεχνικά και χωματουργικά έργα που είναι απαραίτητα για το στρώσιμό της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιδομή < επι- + δομή (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική superstructure)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιδομή | επιδομές |
| Γενική | επιδομής | επιδομών |
| Αιτιατική | επιδομή | επιδομές |
| Κλητική | επιδομή | επιδομές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →