Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιδομή

/e.pi.ðoˈmi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοό,τι κτίζεται πάνω από άλλο προϋπάρχον κτίσμα ή θεμέλια Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραη σιδηροδρομική γραμμή καθώς και τα τεχνικά και χωματουργικά έργα που είναι απαραίτητα για το στρώσιμό της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιδομή < επι- + δομή (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική superstructure)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιδομήεπιδομές
Γενικήεπιδομήςεπιδομών
Αιτιατικήεπιδομήεπιδομές
Κλητικήεπιδομήεπιδομές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →