επιδοτώ
•
- παρέχω επιδότηση Βικιλεξικό
- παρέχω επίδομα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιδοτώ < επι- + -δοτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιδοτώ | επιδοτείς | επιδοτεί | επιδοτούμε | επιδοτείτε | επιδοτούν / επιδοτούνε |
| Παρατατικός | επιδοτούσα | επιδοτούσες | επιδοτούσε | επιδοτούσαμε | επιδοτούσατε | επιδοτούσαν / επιδοτούσανε |
| Αόριστος | επιδότησα | επιδότησες | επιδότησε | επιδοτήσαμε | επιδοτήσατε | επιδοτήσαν / επιδοτήσανε / επιδότησαν |
| Μέλλοντας | θα επιδοτήσω / θα επιδοτώ | θα επιδοτήσεις / θα επιδοτείς | θα επιδοτήσει / θα επιδοτεί | θα επιδοτήσουμε / θα επιδοτούμε | θα επιδοτήσετε / θα επιδοτείτε | θα επιδοτήσουν / θα επιδοτήσουνε / θα επιδοτούν / θα επιδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω επιδοτήσει | έχεις επιδοτήσει | έχει επιδοτήσει | έχουμε επιδοτήσει | έχετε επιδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιδοτήσει | είχες επιδοτήσει | είχε επιδοτήσει | είχαμε επιδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιδοτήσει / να επιδοτήσω / να επιδοτώ | να έχεις επιδοτήσει / να επιδοτήσεις / να επιδοτείς | να έχει επιδοτήσει / να επιδοτήσει / να επιδοτεί | να έχουμε επιδοτήσει / να επιδοτήσουμε / να επιδοτούμε | να έχετε επιδοτήσει / να επιδοτήσετε / να επιδοτείτε | να επιδοτήσουν / να επιδοτήσουνε / να επιδοτούν / να επιδοτούνε |
| Προστακτική | — | επιδότει / επιδότησε | — | — | επιδοτήστε / επιδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →