επιδρώ
•
- επηρεάζω κάποιον ή κάτι στη συμπεριφορά, τη δράση ή τη λειτουργία του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιδρώ < ελληνιστική κοινή ἐπιδράω / ἐπιδρῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική einwirken)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιδράω / επιδρώ | επιδράς | επιδρά / επιδράει | επιδράμε / επιδρούμε | επιδράτε | επιδράν / επιδράνε / επιδρούν / επιδρούνε |
| Παρατατικός | επιδρούσα | επιδρούσες | επιδρούσε | επιδρούσαμε | επιδρούσατε | επιδρούσαν / επιδρούσανε |
| Αόριστος | επίδρασα | επίδρασες | επίδρασε | επιδράσαμε | επιδράσατε | επίδρασαν / επιδράσαν / επιδράσανε |
| Μέλλοντας | θα επιδράσω / θα επιδράω / θα επιδρώ | θα επιδράς / θα επιδράσεις | θα επιδρά / θα επιδράει / θα επιδράσει | θα επιδράμε / θα επιδράσουμε / θα επιδρούμε | θα επιδράσετε / θα επιδράτε | θα επιδράν / θα επιδράνε / θα επιδράσουν / θα επιδράσουνε / θα επιδρούν / θα επιδρούνε |
| Παρακείμενος | έχω επιδράσει | έχεις επιδράσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιδράσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιδράσει / να επιδράσω / να επιδράω / να επιδρώ | να έχεις επιδράσει / να επιδράς / να επιδράσεις | να επιδρά / να επιδράει / να επιδράσει | να επιδράμε / να επιδράσουμε / να επιδρούμε | να επιδράσετε / να επιδράτε | να επιδράν / να επιδράνε / να επιδράσουν / να επιδράσουνε / να επιδρούν / να επιδρούνε |
| Προστακτική | — | επίδρα / επίδραγε / επίδρασε | — | — | επιδράτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επιδράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →