επιζήμιος
•
- που προκαλεί ζημιά ή βλάβη, κυρίως οικονομικής φύσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιζήμιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιζήμιος. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + ζημί(α) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιζήμιος | επιζήμια | επιζήμιο |
| Γενική | επιζήμιου | επιζήμιας | επιζήμιου |
| Αιτιατική | επιζήμιο | επιζήμια | επιζήμιο |
| Κλητική | επιζήμιε | επιζήμια | επιζήμιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιζήμιοι | επιζήμιες | επιζήμια |
| Γενική | επιζήμιων | επιζήμιων | επιζήμιων |
| Αιτιατική | επιζήμιους | επιζήμιες | επιζήμια |
| Κλητική | επιζήμιοι | επιζήμιες | επιζήμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →