καταστροφικός
•
- που έχει σχέση με την καταστροφή, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό
- Παρουσιάζεται παντοῦ, ἔχει γνώμη γιὰ ὅλα, δημοσιοποιεῖ τὴν προσωπικὴ ζωή του, διοχετεύει στὴν δημοσιότητα πτυχὲς πραγμάτων ποὺ τὸν συμφέρουν, συνδυάζει καταστροφική ἐπιπολαιότητα καὶ κινητικότητα, ἐξάπτει τὴν παραδημοσιογραφία καὶ τελικὰ χαμηλώνει τὴν πολιτικὴ πράξη σὲ ἐπίπεδο κουτσομπολιοῦ, «διαρροῶν» καὶ παντοειδῶν «καρφωμάτων». (Ευθύνη, τεύχος 225, Βιβλιοπωλείο Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1990)
Ετυμολογία
καταστροφικός < καταστροφή + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταστροφικός | καταστροφική | καταστροφικό |
| Γενική | καταστροφικού | καταστροφικής | καταστροφικού |
| Αιτιατική | καταστροφικό | καταστροφική | καταστροφικό |
| Κλητική | καταστροφικέ | καταστροφική | καταστροφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταστροφικοί | καταστροφικές | καταστροφικά |
| Γενική | καταστροφικών | καταστροφικών | καταστροφικών |
| Αιτιατική | καταστροφικούς | καταστροφικές | καταστροφικά |
| Κλητική | καταστροφικοί | καταστροφικές | καταστροφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →