Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιθεωρώ

/e.pi.θe.oˈɾo/ρήμα
•
  1. διενεργώ (επίσημο) έλεγχο, προκειμένου να ελεγχθεί η εύρυθμη και σωστή λειτουργία κάποιου πράγματος ή δομής Βικιλεξικό
    • Έβλεπα άλλους σκλάβους πάνω στη σανίδα του σκλαβοπάζαρου, γυμνούς από τη μέση και πάνω για να τους επιθεωρήσουν οι πιθανοί αγοραστές τους. Δίπλα τους στέκονταν οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους, που κλαίγοντας παρακαλούσαν τους δουλέμπορους να μην τους χωρίσουνε, αλλά να τους πάρουν κι αυτους μαζί με τον πατέρα τους. Αλλά τα παρακάλια τους δεν τα άκουγε ποτέ κανείς. (*)

Ετυμολογία

επιθεωρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιθεωρῶ, συνηρημένος τύπος του ἐπιθεωρέω < ἐπί + θεωρέω, (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική inspecter)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπιθεωρώεπιθεωρείςεπιθεωρείεπιθεωρούμεεπιθεωρείτεεπιθεωρούν / επιθεωρούνε
Παρατατικόςεπιθεωρούσαεπιθεωρούσεςεπιθεωρούσεεπιθεωρούσαμεεπιθεωρούσατεεπιθεωρούσαν / επιθεωρούσανε
Αόριστοςεπιθεώρησαεπιθεώρησεςεπιθεώρησεεπιθεωρήσαμεεπιθεωρήσατεεπιθεωρήσαν / επιθεωρήσανε / επιθεώρησαν
Μέλλονταςθα επιθεωρήσω / θα επιθεωρώθα επιθεωρήσεις / θα επιθεωρείςθα επιθεωρήσει / θα επιθεωρείθα επιθεωρήσουμε / θα επιθεωρούμεθα επιθεωρήσετε / θα επιθεωρείτεθα επιθεωρήσουν / θα επιθεωρήσουνε / θα επιθεωρούν / θα επιθεωρούνε
Παρακείμενοςέχω επιθεωρήσειέχεις επιθεωρήσειέχει επιθεωρήσειέχουμε επιθεωρήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα επιθεωρήσειείχες επιθεωρήσειείχε επιθεωρήσει———
Υποτακτικήνα έχω επιθεωρήσει / να επιθεωρήσω / να επιθεωρώνα έχεις επιθεωρήσει / να επιθεωρήσεις / να επιθεωρείςνα έχει επιθεωρήσει / να επιθεωρήσει / να επιθεωρείνα έχουμε επιθεωρήσει / να επιθεωρήσουμε / να επιθεωρούμενα επιθεωρήσετε / να επιθεωρείτενα επιθεωρήσουν / να επιθεωρήσουνε / να επιθεωρούν / να επιθεωρούνε
Προστακτική—έχε επιθεωρημένο / επιθεώρησε——επιθεωρήστε / επιθεωρείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

επιθεωρήθηκαεπιθεωρούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →