επιθεώρηση
•
- η ενέργεια του επιθεωρώ Βικιλεξικό
- ο τακτικός ή έκτακτος επιστάμενος έλεγχος ενός έργου, μιας εγκατάστασης κλπ Βικιλεξικό
- το εργοτάξιο της γέφυρας περνάει από συχνή επιθεώρηση, ώστε να εξασφαλιστεί η σωστή κατασκευή της
- ο τακτικός ή έκτακτος έλεγχος στρατιωτικής μονάδας από ανώτατο αξιωματικό Βικιλεξικό
- ειδική δημόσια υπηρεσία ελέγχου και συντονισμού φορέων που υπάγονται σε αυτή Βικιλεξικό
- επιθεώρηση εργασίας
- περιοδικό (έντυπη περιοδική έκδοση) με συγκεκριμένη θεματολογία, όπως επιστήμες, πολιτική, λογοτεχνία κ.α. Βικιλεξικό
- θεατρικό έργο που σατιρίζει την επικαιρότητα και αποτελείται από σύντομα αυτοτελή διαλογικά μέρη και παρένθετα μουσικοχορευτικά κομμάτια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιθεώρηση < ελληνιστική κοινή ἐπιθεώρησις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική inspection / revue)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιθεώρηση | επιθεωρήσεις |
| Γενική | επιθεώρησης | επιθεωρήσεων |
| Αιτιατική | επιθεώρηση | επιθεωρήσεις |
| Κλητική | επιθεώρηση | επιθεωρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →