Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιθεώρηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του επιθεωρώ Βικιλεξικό
  2. ο τακτικός ή έκτακτος επιστάμενος έλεγχος ενός έργου, μιας εγκατάστασης κλπ Βικιλεξικό
    • το εργοτάξιο της γέφυρας περνάει από συχνή επιθεώρηση, ώστε να εξασφαλιστεί η σωστή κατασκευή της
  3. ο τακτικός ή έκτακτος έλεγχος στρατιωτικής μονάδας από ανώτατο αξιωματικό Βικιλεξικό
  4. ειδική δημόσια υπηρεσία ελέγχου και συντονισμού φορέων που υπάγονται σε αυτή Βικιλεξικό
    • επιθεώρηση εργασίας
  5. περιοδικό (έντυπη περιοδική έκδοση) με συγκεκριμένη θεματολογία, όπως επιστήμες, πολιτική, λογοτεχνία κ.α. Βικιλεξικό
  6. θεατρικό έργο που σατιρίζει την επικαιρότητα και αποτελείται από σύντομα αυτοτελή διαλογικά μέρη και παρένθετα μουσικοχορευτικά κομμάτια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιθεώρηση < ελληνιστική κοινή ἐπιθεώρησις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική inspection / revue)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιθεώρησηεπιθεωρήσεις
Γενικήεπιθεώρησηςεπιθεωρήσεων
Αιτιατικήεπιθεώρησηεπιθεωρήσεις
Κλητικήεπιθεώρησηεπιθεωρήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →