επιθεωρησιακός
•
- θέατροπου έχει σχέση με την επιθεώρηση ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιθεωρησιακός < επιθεώρηση + ἐπιθεώρησι(ς) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιθεωρησιακός | επιθεωρησιακή | επιθεωρησιακό |
| Γενική | επιθεωρησιακού | επιθεωρησιακής | επιθεωρησιακού |
| Αιτιατική | επιθεωρησιακό | επιθεωρησιακή | επιθεωρησιακό |
| Κλητική | επιθεωρησιακέ | επιθεωρησιακή | επιθεωρησιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιθεωρησιακοί | επιθεωρησιακές | επιθεωρησιακά |
| Γενική | επιθεωρησιακών | επιθεωρησιακών | επιθεωρησιακών |
| Αιτιατική | επιθεωρησιακούς | επιθεωρησιακές | επιθεωρησιακά |
| Κλητική | επιθεωρησιακοί | επιθεωρησιακές | επιθεωρησιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →