Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιθεωρησιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. θέατροπου έχει σχέση με την επιθεώρηση ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιθεωρησιακός < επιθεώρηση + ἐπιθεώρησι(ς) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιθεωρησιακόςεπιθεωρησιακήεπιθεωρησιακό
Γενικήεπιθεωρησιακούεπιθεωρησιακήςεπιθεωρησιακού
Αιτιατικήεπιθεωρησιακόεπιθεωρησιακήεπιθεωρησιακό
Κλητικήεπιθεωρησιακέεπιθεωρησιακήεπιθεωρησιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιθεωρησιακοίεπιθεωρησιακέςεπιθεωρησιακά
Γενικήεπιθεωρησιακώνεπιθεωρησιακώνεπιθεωρησιακών
Αιτιατικήεπιθεωρησιακούςεπιθεωρησιακέςεπιθεωρησιακά
Κλητικήεπιθεωρησιακοίεπιθεωρησιακέςεπιθεωρησιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →