επικαλύπτω
•
- καλύπτω κάτι από πάνω με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- αντικειμενοστρεφής προγραμματισμόςορίζω εκ νέου σε υποκλάση μία μέθοδο, κατά την διαδικασία της κληρονομικότητας, διατηρώντας το ίδιο όνομα και τις παραμέτρους, με αυτά της μεθόδου στην υπερκλάση, αλλάζοντας έτσι την λειτουργικότητά της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επικαλύπτω < αρχαία ελληνική ἐπικαλύπτω < ἐπί + καλύπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επικαλύπτω | επικαλύπτεις | επικαλύπτει | επικαλύπτουμε | επικαλύπτετε | επικαλύπτουν / επικαλύπτουνε |
| Παρατατικός | επικάλυπτα | επικάλυπτες | επικάλυπτε | επικαλύπταμε | επικαλύπτατε | επικάλυπταν / επικαλύπταν / επικαλύπτανε |
| Αόριστος | επικάλυψα | επικάλυψες | επικάλυψε | επικαλύψαμε | επικαλύψατε | επικάλυψαν / επικαλύψαν / επικαλύψανε |
| Μέλλοντας | θα επικαλύπτω / θα επικαλύψω | θα επικαλύπτεις / θα επικαλύψεις | θα επικαλύπτει / θα επικαλύψει | θα επικαλύπτουμε / θα επικαλύψουμε | θα επικαλύπτετε / θα επικαλύψετε | θα επικαλύπτουν / θα επικαλύπτουνε / θα επικαλύψουν / θα επικαλύψουνε |
| Παρακείμενος | έχω επικαλύψει | έχεις επικαλύψει | έχει επικαλύψει | έχουμε επικαλύψει | έχετε επικαλύψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επικαλύψει | είχες επικαλύψει | είχε επικαλύψει | είχαμε επικαλύψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επικαλύψει / να επικαλύπτω / να επικαλύψω | να έχεις επικαλύψει / να επικαλύπτεις / να επικαλύψεις | να έχει επικαλύψει / να επικαλύπτει / να επικαλύψει | να έχουμε επικαλύψει / να επικαλύπτουμε / να επικαλύψουμε | να έχετε επικαλύψει / να επικαλύπτετε / να επικαλύψετε | να επικαλύπτουν / να επικαλύπτουνε / να επικαλύψουν / να επικαλύψουνε |
| Προστακτική | — | επικάλυπτε / επικάλυψε | — | — | επικαλύπτετε / επικαλύψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →