κατάρατος
•
- λαϊκότροποκαταραμένος Βικιλεξικό
- (ή ειδικότερα) που του πρέπει κατάρα
- οι συντάκτες τέτοιων έργων, να στηλιτεύωνται ως όργανα του αρχεκάκου όφεως, λυμεώνες, λιμπερτίνοι, άθεοι, άφωρισμένοι και κατάρατοι (Στυλιανός Δ. Μιχόπουλος, Βυζάντιο, αυτοκράτορες, κλήρος και Ελληνισμός, Νέα Θέσις, 2000, σελ. 57)
Ετυμολογία
κατάρατος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κατάρατος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάρατος | κατάρατη | κατάρατο |
| Γενική | κατάρατου | κατάρατης | κατάρατου |
| Αιτιατική | κατάρατο | κατάρατη | κατάρατο |
| Κλητική | κατάρατε | κατάρατη | κατάρατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάρατοι | κατάρατες | κατάρατα |
| Γενική | κατάρατων | κατάρατων | κατάρατων |
| Αιτιατική | κατάρατους | κατάρατες | κατάρατα |
| Κλητική | κατάρατοι | κατάρατες | κατάρατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →