επικηρυγμένος
•
- που έχει επικηρυχθεί, που καταδιώκεται λόγω επικήρυξης των διωκτικών αρχών Βικιλεξικό
- μεταφορικάο κυνηγημένος, αυτός που τον αναζητούν πολλοί Βικιλεξικό
- είναι επικηρυγμένος από τα πεθερικά του
Ετυμολογία
επικηρυγμένος < αρχαία ελληνική ἐπικεκηρυγμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου ἐπικηρύσσω
Άλλοι τύποι
επικηρυγμέναεπικηρυγμένεεπικηρυγμένεςεπικηρυγμένηεπικηρυγμένηςεπικηρυγμένοεπικηρυγμένοιεπικηρυγμένοςεπικηρυγμένουεπικηρυγμένουςεπικηρυγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →