επικηρύσσω
•
- ανακοινώνω ότι προσφέρω οικονομικό αντάλλαγμα για την ανακάλυψη καταζητούμενου Βικιλεξικό
- Οι τοίχοι της Αθήνας γέμισαν με την επικήρυξη του «Ναπολέοντος Ζέρβα, του Νικολάου, τέως συνταγματάρχου τού ελληνικού στρατού, και ήδη ληστού». Τον επικήρυξαν, για 100 εκατομμύρια (Χριστόφορος Χρηστίδης, Χρόνια Κατοχής, 1941-1944: μαρτυρίες ημερολογίου, 1971, σελ. 330)
Ετυμολογία
επικηρύσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπικηρύσσω < ἐπι- + κηρύσσω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επικηρύσσω | επικηρύσσεις | επικηρύσσει | επικηρύσσουμε | επικηρύσσετε | επικηρύσσουν / επικηρύσσουνε |
| Παρατατικός | επικήρυσσα | επικήρυσσες | επικήρυσσε | επικηρύσσαμε | επικηρύσσατε | επικήρυσσαν / επικηρύσσαν / επικηρύσσανε |
| Αόριστος | επικήρυξα | επικήρυξες | επικήρυξε | επικηρύξαμε | επικηρύξατε | επικήρυξαν / επικηρύξαν / επικηρύξανε |
| Μέλλοντας | θα επικηρύξω / θα επικηρύσσω | θα επικηρύξεις / θα επικηρύσσεις | θα επικηρύξει / θα επικηρύσσει | θα επικηρύξουμε / θα επικηρύσσουμε | θα επικηρύξετε / θα επικηρύσσετε | θα επικηρύξουν / θα επικηρύξουνε / θα επικηρύσσουν / θα επικηρύσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επικηρύξει | έχεις επικηρύξει | έχει επικηρύξει | έχουμε επικηρύξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επικηρύξει | είχες επικηρύξει | είχε επικηρύξει | είχαμε επικηρύξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επικηρύξει / να επικηρύξω / να επικηρύσσω | να έχεις επικηρύξει / να επικηρύξεις / να επικηρύσσεις | να έχει επικηρύξει / να επικηρύξει / να επικηρύσσει | να έχουμε επικηρύξει / να επικηρύξουμε / να επικηρύσσουμε | να επικηρύξετε / να επικηρύσσετε | να επικηρύξουν / να επικηρύξουνε / να επικηρύσσουν / να επικηρύσσουνε |
| Προστακτική | — | επικήρυξε / επικήρυσσε | — | — | επικηρύξτε / επικηρύσσετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επικηρύσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →