επιμελήτρια
•
- η γυναίκα που έχει αναλάβει να φροντίσει την αρτιότερη τεχνική και αισθητική εμφάνιση κάποιου έργου Βικιλεξικό
- επιμελήτρια της έκδοσης
- η μαθήτρια που αναλαμβάνει εκ περιτροπής με τους υπόλοιπους συμμαθητές της να προσέχει την αίθουσα κατά τη διάρκεια του διαλείμματος Βικιλεξικό
- επιμελήτρια της τάξης αυτή την εβδομάδα είναι η Μαρία
- γιατρός νοσοκομείου, η οποία έχει ασκηθεί στην ειδικότητά της για συγκεκριμένο διάστημα και προΐσταται συγκεκριμένου τομέα Βικιλεξικό
- η επιμελήτρια της παιδοχειρουργικής
Ετυμολογία
επιμελήτρια < επιμελητής + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιμελήτρια | επιμελήτριες |
| Γενική | επιμελήτριας | επιμελητριών |
| Αιτιατική | επιμελήτρια | επιμελήτριες |
| Κλητική | επιμελήτρια | επιμελήτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →