Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιμελήτρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η γυναίκα που έχει αναλάβει να φροντίσει την αρτιότερη τεχνική και αισθητική εμφάνιση κάποιου έργου Βικιλεξικό
    • επιμελήτρια της έκδοσης
  2. η μαθήτρια που αναλαμβάνει εκ περιτροπής με τους υπόλοιπους συμμαθητές της να προσέχει την αίθουσα κατά τη διάρκεια του διαλείμματος Βικιλεξικό
    • επιμελήτρια της τάξης αυτή την εβδομάδα είναι η Μαρία
  3. γιατρός νοσοκομείου, η οποία έχει ασκηθεί στην ειδικότητά της για συγκεκριμένο διάστημα και προΐσταται συγκεκριμένου τομέα Βικιλεξικό
    • η επιμελήτρια της παιδοχειρουργικής

Ετυμολογία

επιμελήτρια < επιμελητής + -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιμελήτριαεπιμελήτριες
Γενικήεπιμελήτριαςεπιμελητριών
Αιτιατικήεπιμελήτριαεπιμελήτριες
Κλητικήεπιμελήτριαεπιμελήτριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →