επινεφρίνη
•
- βιοχημείαορμόνη που εκκρίνεται από τον μυελό των επινεφριδίων και ρυθμίζει την αντίδραση του οργανισμού στο στρες, αυξάνοντας την καρδιακή συχνότητα, τη γλυκόζη του αίματος και τη διαστολή των βρόγχων Βικιλεξικό
- φαρμακευτικήφάρμακο με δραστική ουσία την ομώνυμη ορμόνη, που χορηγείται για την αντιμετώπιση επειγουσών καταστάσεων, όπως η αναφυλαξία και η καρδιακή ανακοπή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επινεφρίνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική epinephrine ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική épinéphrine < αρχαία ελληνική ἐπί + νεφρός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επινεφρίνη | επινεφρίνες |
| Γενική | επινεφρίνης | επινεφρινών |
| Αιτιατική | επινεφρίνη | επινεφρίνες |
| Κλητική | επινεφρίνη | επινεφρίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →