Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιπληκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επίπληξη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιπληκτικός < ελληνιστική κοινή ἐπιπληκτικός < αρχαία ελληνική ἐπιπλήσσω / ἐπιπλήττω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιπληκτικόςεπιπληκτικήεπιπληκτικό
Γενικήεπιπληκτικούεπιπληκτικήςεπιπληκτικού
Αιτιατικήεπιπληκτικόεπιπληκτικήεπιπληκτικό
Κλητικήεπιπληκτικέεπιπληκτικήεπιπληκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιπληκτικοίεπιπληκτικέςεπιπληκτικά
Γενικήεπιπληκτικώνεπιπληκτικώνεπιπληκτικών
Αιτιατικήεπιπληκτικούςεπιπληκτικέςεπιπληκτικά
Κλητικήεπιπληκτικοίεπιπληκτικέςεπιπληκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →