επιπλοκή
•
- ιατρικήπρόσθετη παθολογική κατάσταση ή δυσλειτουργία που εμφανίζεται κατά την εξέλιξη της ασθένειας ενός ασθενή Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηδυσλειτουργία, χειροτέρευση της κατάστασης ή δυσχέρεια που εμφανίζεται κατά την εξέλιξη μιας υπόθεσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιπλοκή < ελληνιστική κοινή ἐπιπλοκή < αρχαία ελληνική ἐπιπλέκω < ἐπί + πλέκω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική complication)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιπλοκή | επιπλοκές |
| Γενική | επιπλοκής | επιπλοκών |
| Αιτιατική | επιπλοκή | επιπλοκές |
| Κλητική | επιπλοκή | επιπλοκές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →