Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επισκοπή

/e.pi.skoˈpi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείαη περιφέρεια στην οποία ασκεί του δοικητικό και ποιμενικό του έργο ένας επίσκοπος Βικιλεξικό
    • Η Επισκοπή άκμασε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Πέργης. Σήμερα, ο τίτλος του Επισκόπου Ανδίδων απονέμεται σε τιμητικούς αρχιερείς ή βοηθούς επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Επίσκοπος Ανδίδων εξελέγη ο αρχιμανδρίτης Ισίδωρος Κάτσος, Πρώτο Θέμα, 29/06/2026 https://www.protothema.gr/greece/article/1842675/episkopos-andidon-o-arhimandritis-isidoros-katsos/)
  2. θρησκείατο αξίωμα ενός επισκόπου Βικιλεξικό
  3. θρησκείαη κατοικία ενός επισκόπου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επισκοπή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπισκοπή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπισκοπήεπισκοπές
Γενικήεπισκοπήςεπισκοπών
Αιτιατικήεπισκοπήεπισκοπές
Κλητικήεπισκοπήεπισκοπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →