επισκοπώ
•
- σπάνιοεξετάζω οπτικώς με συντομία, προβαίνω σε επισκόπηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισκοπώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπισκοπῶ < σκοπέω / σκοπῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επισκοπώ | επισκοπείς | επισκοπεί | επισκοπούμε | επισκοπείτε | επισκοπούν / επισκοπούνε |
| Παρατατικός | επισκοπούσα | επισκοπούσες | επισκοπούσε | επισκοπούσαμε | επισκοπούσατε | επισκοπούσαν / επισκοπούσανε |
| Αόριστος | επισκόπησα | επισκόπησες | επισκόπησε | επισκοπήσαμε | επισκοπήσατε | επισκοπήσαν / επισκοπήσανε / επισκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα επισκοπήσω / θα επισκοπώ | θα επισκοπήσεις / θα επισκοπείς | θα επισκοπήσει / θα επισκοπεί | θα επισκοπήσουμε / θα επισκοπούμε | θα επισκοπήσετε / θα επισκοπείτε | θα επισκοπήσουν / θα επισκοπήσουνε / θα επισκοπούν / θα επισκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω επισκοπήσει | έχεις επισκοπήσει | έχει επισκοπήσει | έχουμε επισκοπήσει | έχετε επισκοπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επισκοπήσει | είχες επισκοπήσει | είχε επισκοπήσει | είχαμε επισκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επισκοπήσει / να επισκοπήσω / να επισκοπώ | να έχεις επισκοπήσει / να επισκοπήσεις / να επισκοπείς | να έχει επισκοπήσει / να επισκοπήσει / να επισκοπεί | να έχουμε επισκοπήσει / να επισκοπήσουμε / να επισκοπούμε | να έχετε επισκοπήσει / να επισκοπήσετε / να επισκοπείτε | να επισκοπήσουν / να επισκοπήσουνε / να επισκοπούν / να επισκοπούνε |
| Προστακτική | — | επισκόπει / επισκόπησε | — | — | επισκοπήστε / επισκοπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →