επιστεγάζω
•
- λόγιομε μία σημαντική ή και συμβολική ενέργεια ή πράξη ολοκληρώνω μια διαδικασία / έργο ή την συμπληρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιστεγάζω < αρχαία ελληνική ἐπιστεγάζω < ἐπί + στεγάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιστεγάζω | επιστεγάζεις | επιστεγάζει | επιστεγάζουμε | επιστεγάζετε | επιστεγάζουν / επιστεγάζουνε |
| Παρατατικός | επιστέγαζα | επιστέγαζες | επιστέγαζε | επιστεγάζαμε | επιστεγάζατε | επιστέγαζαν / επιστεγάζαν / επιστεγάζανε |
| Αόριστος | επιστέγασα | επιστέγασες | επιστέγασε | επιστεγάσαμε | επιστεγάσατε | επιστέγασαν / επιστεγάσαν / επιστεγάσανε |
| Μέλλοντας | θα επιστεγάζω / θα επιστεγάσω | θα επιστεγάζεις / θα επιστεγάσεις | θα επιστεγάζει / θα επιστεγάσει | θα επιστεγάζουμε / θα επιστεγάσουμε | θα επιστεγάζετε / θα επιστεγάσετε | θα επιστεγάζουν / θα επιστεγάζουνε / θα επιστεγάσουν / θα επιστεγάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιστεγάσει | έχεις επιστεγάσει | έχει επιστεγάσει | έχουμε επιστεγάσει | έχετε επιστεγάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιστεγάσει | είχες επιστεγάσει | είχε επιστεγάσει | είχαμε επιστεγάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιστεγάσει / να επιστεγάζω / να επιστεγάσω | να έχεις επιστεγάσει / να επιστεγάζεις / να επιστεγάσεις | να έχει επιστεγάσει / να επιστεγάζει / να επιστεγάσει | να έχουμε επιστεγάσει / να επιστεγάζουμε / να επιστεγάσουμε | να έχετε επιστεγάσει / να επιστεγάζετε / να επιστεγάσετε | να επιστεγάζουν / να επιστεγάζουνε / να επιστεγάσουν / να επιστεγάσουνε |
| Προστακτική | — | επιστέγαζε / επιστέγασε | — | — | επιστεγάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επιστεγάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →