Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στέγη

/ˈste.ʝi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αρχιτεκτονικήη οριζόντια ή επικλινής επιφάνεια που καλύπτει κάποιο κτίσμα και μπορεί να αποτελείται από πλάκες, κεραμίδια, μπετόν κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάτο σπίτι, η κατοικία Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη εταιρεία ή ο οργανισμός που έχει ένα ορισμένο σκοπό να προωθήσει και να προστατεύσει Βικιλεξικό
    • Tο περιοδικό μας προσφέρει στέγη σε νέους λογοτέχνες.
  4. ο χώρος που παρέχεται για την εξυπηρέτηση μιας ορισμένης, επαγγελματικής συνήθως, ανάγκης Βικιλεξικό
    • Αυτή είναι η θεατρική στέγη του γνωστού σκηνοθέτη και ηθοποιού.

Ετυμολογία

στέγη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στέγη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστέγηστέγες
Γενικήστέγηςστεγών
Αιτιατικήστέγηστέγες
Κλητικήστέγηστέγες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →