επιστημονικοφάνεια
•
- λόγιοεπίφαση επιστημονικότητας που προσδίδει κύρος ή αξιοπιστία σε λόγο, θεωρία ή έργο, χωρίς να στηρίζεται σε πραγματικά επιστημονικά δεδομένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιστημονικοφάνεια < επιστημονικοφανής + -εια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιστημονικοφάνεια | επιστημονικοφάνειες |
| Γενική | επιστημονικοφάνειας | επιστημονικοφανειών |
| Αιτιατική | επιστημονικοφάνεια | επιστημονικοφάνειες |
| Κλητική | επιστημονικοφάνεια | επιστημονικοφάνειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →