Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επισφραγιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επισφράγιση, αναφέρεται ή συντελεί σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επισφραγιστικός < επισφραγίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπισφραγιστικόςεπισφραγιστικήεπισφραγιστικό
Γενικήεπισφραγιστικούεπισφραγιστικήςεπισφραγιστικού
Αιτιατικήεπισφραγιστικόεπισφραγιστικήεπισφραγιστικό
Κλητικήεπισφραγιστικέεπισφραγιστικήεπισφραγιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπισφραγιστικοίεπισφραγιστικέςεπισφραγιστικά
Γενικήεπισφραγιστικώνεπισφραγιστικώνεπισφραγιστικών
Αιτιατικήεπισφραγιστικούςεπισφραγιστικέςεπισφραγιστικά
Κλητικήεπισφραγιστικοίεπισφραγιστικέςεπισφραγιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →