επισφραγιστικός
•
- που έχει σχέση με την επισφράγιση, αναφέρεται ή συντελεί σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισφραγιστικός < επισφραγίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επισφραγιστικός | επισφραγιστική | επισφραγιστικό |
| Γενική | επισφραγιστικού | επισφραγιστικής | επισφραγιστικού |
| Αιτιατική | επισφραγιστικό | επισφραγιστική | επισφραγιστικό |
| Κλητική | επισφραγιστικέ | επισφραγιστική | επισφραγιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επισφραγιστικοί | επισφραγιστικές | επισφραγιστικά |
| Γενική | επισφραγιστικών | επισφραγιστικών | επισφραγιστικών |
| Αιτιατική | επισφραγιστικούς | επισφραγιστικές | επισφραγιστικά |
| Κλητική | επισφραγιστικοί | επισφραγιστικές | επισφραγιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →