επισφραγίζω
•
- ολοκληρώνω μια διαδικασία με κάποια συγκεκριμένη ενέργεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισφραγίζω < ελληνιστική κοινή ἐπισφραγίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επισφραγίζω | επισφραγίζεις | επισφραγίζει | επισφραγίζουμε | επισφραγίζετε | επισφραγίζουν / επισφραγίζουνε |
| Παρατατικός | επισφράγιζα | επισφράγιζες | επισφράγιζε | επισφραγίζαμε | επισφραγίζατε | επισφράγιζαν / επισφραγίζαν / επισφραγίζανε |
| Αόριστος | επισφράγισα | επισφράγισες | επισφράγισε | επισφραγίσαμε | επισφραγίσατε | επισφράγισαν / επισφραγίσαν / επισφραγίσανε |
| Μέλλοντας | θα επισφραγίζω / θα επισφραγίσω | θα επισφραγίζεις / θα επισφραγίσεις | θα επισφραγίζει / θα επισφραγίσει | θα επισφραγίζουμε / θα επισφραγίσουμε | θα επισφραγίζετε / θα επισφραγίσετε | θα επισφραγίζουν / θα επισφραγίζουνε / θα επισφραγίσουν / θα επισφραγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επισφραγίσει | έχεις επισφραγίσει | έχει επισφραγίσει | έχουμε επισφραγίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επισφραγίσει | είχες επισφραγίσει | είχε επισφραγίσει | είχαμε επισφραγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επισφραγίσει / να επισφραγίζω / να επισφραγίσω | να έχεις επισφραγίσει / να επισφραγίζεις / να επισφραγίσεις | να έχει επισφραγίσει / να επισφραγίζει / να επισφραγίσει | να έχουμε επισφραγίσει / να επισφραγίζουμε / να επισφραγίσουμε | να επισφραγίζετε / να επισφραγίσετε | να επισφραγίζουν / να επισφραγίζουνε / να επισφραγίσουν / να επισφραγίσουνε |
| Προστακτική | — | επισφράγιζε / επισφράγισε | — | — | επισφραγίζετε / επισφραγίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επισφραγίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →