επιτέλεση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του επιτελώ, η εκτέλεση, πραγματοποίηση, διεξαγωγή ή διεκπεραίωση έργου Βικιλεξικό
- ... εκτός από τα γνωστά φυλακτά (χαϊμαλιά και σταυροί) υπήρχαν παράλληλα πολλά κοσμήματα και αντικείμενα, τα οποία, πέρα από την επιτέλεση της πρωταρχικής τους χρήσης, είχαν και αποτροπαϊκό χαρακτήρα. (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)
Ετυμολογία
επιτέλεση < αρχαία ελληνική ἐπιτέλεσις < ἐπιτελέω / ἐπιτελῶ < ἐπί + τελέω / τελῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτέλεση | επιτελέσεις |
| Γενική | επιτέλεσης | επιτελέσεων |
| Αιτιατική | επιτέλεση | επιτελέσεις |
| Κλητική | επιτέλεση | επιτελέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →