επιτοκιακός
•
- οικονομίαπου έχει σχέση με το επιτόκιο ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτοκιακός < επιτόκιο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτοκιακός | επιτοκιακή | επιτοκιακό |
| Γενική | επιτοκιακού | επιτοκιακής | επιτοκιακού |
| Αιτιατική | επιτοκιακό | επιτοκιακή | επιτοκιακό |
| Κλητική | επιτοκιακέ | επιτοκιακή | επιτοκιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτοκιακοί | επιτοκιακές | επιτοκιακά |
| Γενική | επιτοκιακών | επιτοκιακών | επιτοκιακών |
| Αιτιατική | επιτοκιακούς | επιτοκιακές | επιτοκιακά |
| Κλητική | επιτοκιακοί | επιτοκιακές | επιτοκιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →