Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιτοκιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικονομίαπου έχει σχέση με το επιτόκιο ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιτοκιακός < επιτόκιο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιτοκιακόςεπιτοκιακήεπιτοκιακό
Γενικήεπιτοκιακούεπιτοκιακήςεπιτοκιακού
Αιτιατικήεπιτοκιακόεπιτοκιακήεπιτοκιακό
Κλητικήεπιτοκιακέεπιτοκιακήεπιτοκιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιτοκιακοίεπιτοκιακέςεπιτοκιακά
Γενικήεπιτοκιακώνεπιτοκιακώνεπιτοκιακών
Αιτιατικήεπιτοκιακούςεπιτοκιακέςεπιτοκιακά
Κλητικήεπιτοκιακοίεπιτοκιακέςεπιτοκιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →