επιτόκιο
•
- οικονομίαο τόκος που αντιστοιχεί σε ένα ποσό, εκφρασμένος ως ποσοστό, κατά κανόνα, επί τοις εκατό (%) για χρονικό διάστημα (συνήθως) ενός έτους Βικιλεξικό
- Η ετήσια προθεσμιακή κατάθεση που έκανα την τράπεζα έχει πολύ καλό επιτόκιο, 3% το χρόνο, οπότε για τις 50.000 ευρώ που κατέθεσα θα λάβω μετά από ένα χρόνο τόκο 1.500 ευρώ. (δηλαδή: 50.000 × 0,03 = 1.500)
- Η εξαμηνιαία προθεσμιακή κατάθεση που έκανα την τράπεζα έχει επιτόκιο, 3% το χρόνο, οπότε για τις 50.000 ευρώ που κατέθεσα θα λάβω μετά από έξι μήνες τόκο 750 ευρώ. (δηλαδή: 50.000 × (0,03 : 2) = 750)
- Χρειαζόμουν άμεσα 1.000 ευρώ και αναγκάστηκα να τα σηκώσω από το ATM με την πιστωτική κάρτα μου, παρόλο που το επιτόκιο ήταν πολύ υψηλό, 5% το μήνα. (σε ένα μήνα πρέπει να εξοφληθεί το ποσό των 1.050 ευρώ, 1.000 (αρχικό ποσό) + 50 (τόκος: 1.000 × 0,05))
- και δείτε τη Συζήτηση:επιτόκιο
Ετυμολογία
επιτόκιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπιτόκιον, υποκοριστικό του ἐπίτοκος (ετοιμόγεννος) με σημασία όπως στη φράση «τόκοι ἐπίτοκοι» (τόκοι που αποδίδουν πρόσθετους τόκους). Μορφολογικά αναλύεται σε επι- + τόκ(ος) + -ιο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτόκιο | επιτόκια |
| Γενική | επιτοκίου / επιτόκιου | επιτοκίων |
| Αιτιατική | επιτόκιο | επιτόκια |
| Κλητική | επιτόκιο | επιτόκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →