Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιτροπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με επίτροπο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοεπιτροπικό Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοεπιτροπικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιτροπικός < αρχαία ελληνική ἐπιτροπικός < ἐπίτροπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιτροπικόςεπιτροπικήεπιτροπικό
Γενικήεπιτροπικούεπιτροπικήςεπιτροπικού
Αιτιατικήεπιτροπικόεπιτροπικήεπιτροπικό
Κλητικήεπιτροπικέεπιτροπικήεπιτροπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιτροπικοίεπιτροπικέςεπιτροπικά
Γενικήεπιτροπικώνεπιτροπικώνεπιτροπικών
Αιτιατικήεπιτροπικούςεπιτροπικέςεπιτροπικά
Κλητικήεπιτροπικοίεπιτροπικέςεπιτροπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →