επίτροπος
•
- που έχει την επίσημη ευθύνη να διαχειρίζεται ή να διοικεί κάτι, είναι υπεύθυνος για κάποιον κ.λπ. Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςπου ασχολείται με τις εισπράξεις και τις δαπάνες ενός ναού Βικιλεξικό
- Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)
- εισαγγελέας σε στρατοδικείο ή ναυτοδικείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίτροπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίτροπος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική commissaire. Αναλύεται σε επί- + τρόπος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίτροπος | επίτροποι |
| Γενική | επίτροπου / επιτρόπου | επιτρόπων |
| Αιτιατική | επίτροπο | επιτρόπους |
| Κλητική | επίτροπε | επίτροποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →