Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίτροπος

/eˈpi.tɾo.pos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που έχει την επίσημη ευθύνη να διαχειρίζεται ή να διοικεί κάτι, είναι υπεύθυνος για κάποιον κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. εκκλησιαστικός όροςπου ασχολείται με τις εισπράξεις και τις δαπάνες ενός ναού Βικιλεξικό
    • Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)
  3. εισαγγελέας σε στρατοδικείο ή ναυτοδικείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίτροπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίτροπος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική commissaire. Αναλύεται σε επί- + τρόπος.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπίτροποςεπίτροποι
Γενικήεπίτροπου / επιτρόπουεπιτρόπων
Αιτιατικήεπίτροποεπιτρόπους
Κλητικήεπίτροπεεπίτροποι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →