επιχειρώ
•
- μεταβατικόκαταπιάνομαι με ένα έργο, προσπαθώ, αποπειρώμαι Βικιλεξικό
- (όταν το ρήμα χρησιμοποιείται σε παρελθοντικούς χρόνους, συχνά υπονοείται ότι η προσπάθεια δεν ήταν επιτυχής)
- αμετάβατοδιεξάγω στρατιωτικές επιχειρήσεις, πολεμώ Βικιλεξικό
- Ο αρχηγός του ρωσικού επιτελείου κατήγγειλε ότι ξένοι μισθοφόροι επιχειρούν κατά των αυτονομιστών στην ανατολική Ουκρανία.
- νεολογισμόςξεκινώ μια επιχείρηση, γίνομαι επιχειρηματίας Βικιλεξικό
- Όταν οι νέοι επιχειρούν - Μαθητές Λυκείου ίδρυσαν εταιρία ηλιακών παιχνιδιών
Ετυμολογία
επιχειρώ < αρχαία ελληνική ἐπιχειρέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιχειρώ | επιχειρείς | επιχειρεί | επιχειρούμε | επιχειρείτε | επιχειρούν / επιχειρούνε |
| Παρατατικός | επιχειρούσα | επιχειρούσες | επιχειρούσε | επιχειρούσαμε | επιχειρούσατε | επιχειρούσαν / επιχειρούσανε |
| Αόριστος | επιχείρησα | επιχείρησες | επιχείρησε | επιχειρήσαμε | επιχειρήσατε | επιχείρησαν / επιχειρήσαν / επιχειρήσανε |
| Μέλλοντας | θα επιχειρήσω / θα επιχειρώ | θα επιχειρήσεις / θα επιχειρείς | θα επιχειρήσει / θα επιχειρεί | θα επιχειρήσουμε / θα επιχειρούμε | θα επιχειρήσετε / θα επιχειρείτε | θα επιχειρήσουν / θα επιχειρήσουνε / θα επιχειρούν / θα επιχειρούνε |
| Παρακείμενος | έχω επιχειρήσει | έχεις επιχειρήσει | έχει επιχειρήσει | έχουμε επιχειρήσει | έχετε επιχειρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιχειρήσει | είχες επιχειρήσει | είχε επιχειρήσει | είχαμε επιχειρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιχειρήσει / να επιχειρήσω / να επιχειρώ | να έχεις επιχειρήσει / να επιχειρήσεις / να επιχειρείς | να έχει επιχειρήσει / να επιχειρήσει / να επιχειρεί | να έχουμε επιχειρήσει / να επιχειρήσουμε / να επιχειρούμε | να έχετε επιχειρήσει / να επιχειρήσετε / να επιχειρείτε | να επιχειρήσουν / να επιχειρήσουνε / να επιχειρούν / να επιχειρούνε |
| Προστακτική | — | επιχείρει / επιχείρησε | — | — | επιχειρήστε / επιχειρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →