Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιχείρηση

/e.piˈçi.ɾi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. Οργανωμένη προσπάθεια για την επίτευξη ενός στόχου καθώς και η εκτέλεσή του. Βικιλεξικό
    • επιχείρηση Μπαρμπαρόσα
    • ... διακρίθηκε στις επιχειρήσεις στη Β. Αφρική κατά την υποχώρηση του Ρόμμελ, εντεταγμένος στις γαλλικές δυνάμεις υπό το στρατηγό Leclerc και αργότερα στο στρατιωτικό σώμα που διοικούσε ο Νεοζηλανδός στρατηγός Freyberg. (Σπύρος Γασπαράτος, Η Κατοχή: Η κατοχική περίοδος μέχρι τον Οκτώβριο 1943, τόμος 1, 1998 σελ. 548)
  2. οικονομίαεμπορική ή βιομηχανική εταιρεία, οποιουδήποτε μεγέθους ή τύπου Βικιλεξικό
    • Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού
    • οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας
    • Υπερδιπλάσιος χρόνος από ό,τι στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ εξαιτίας των πολυάριθμων διαδικασιών απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 121η θέση μεταξύ 155 χωρών (!) όσον αφορά την ευκολία έναρξης επιχείρησης.

Ετυμολογία

επιχείρηση < αρχαία ελληνική ἐπιχείρησις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπιχείρησηεπιχειρήσεις
Γενικήεπιχείρησηςεπιχειρήσεων
Αιτιατικήεπιχείρησηεπιχειρήσεις
Κλητικήεπιχείρησηεπιχειρήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →