Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιχρίω

ρήμα
•
  1. λόγιοαλείφω επιφάνεια με ρευστή ουσία Βικιλεξικό
    • Δέψη με στυπτηρία, ανθρακική σόδα και κοινό μαγειρικό αλάτι. Για την «αδιαβροχοποίηση» (υδροαπωθητικότητα), εκτός της δέψης, επιχρίονται με κερί ή λίπη. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 187)
  2. λόγιοσοβαντίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιχρίω < αρχαία ελληνική ἐπιχρίω < ἐπί + χρίω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →