Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εποικοδομώ

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάοικοδομώ ή αναπτύσσω κάτι πάνω σε προϋπάρχουσα οικοδομή ή βάση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εποικοδομώ < αρχαία ελληνική ἐποικοδομέω / ἐποικοδομῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεποικοδομώεποικοδομείςεποικοδομείεποικοδομούμεεποικοδομείτεεποικοδομούν / εποικοδομούνε
Παρατατικόςεποικοδομούσαεποικοδομούσεςεποικοδομούσεεποικοδομούσαμεεποικοδομούσατεεποικοδομούσαν / εποικοδομούσανε
Αόριστοςεποικοδόμησαεποικοδόμησεςεποικοδόμησεεποικοδομήσαμεεποικοδομήσατεεποικοδομήσαν / εποικοδομήσανε / εποικοδόμησαν
Μέλλονταςθα εποικοδομήσω / θα εποικοδομώθα εποικοδομήσεις / θα εποικοδομείςθα εποικοδομήσει / θα εποικοδομείθα εποικοδομήσουμε / θα εποικοδομούμεθα εποικοδομήσετε / θα εποικοδομείτεθα εποικοδομήσουν / θα εποικοδομήσουνε / θα εποικοδομούν / θα εποικοδομούνε
Παρακείμενοςέχω εποικοδομήσειέχεις εποικοδομήσειέχει εποικοδομήσειέχουμε εποικοδομήσειέχετε εποικοδομήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εποικοδομήσειείχες εποικοδομήσειείχε εποικοδομήσειείχαμε εποικοδομήσει——
Υποτακτικήνα έχω εποικοδομήσει / να εποικοδομήσω / να εποικοδομώνα έχεις εποικοδομήσει / να εποικοδομήσεις / να εποικοδομείςνα έχει εποικοδομήσει / να εποικοδομήσει / να εποικοδομείνα έχουμε εποικοδομήσει / να εποικοδομήσουμε / να εποικοδομούμενα έχετε εποικοδομήσει / να εποικοδομήσετε / να εποικοδομείτενα εποικοδομήσουν / να εποικοδομήσουνε / να εποικοδομούν / να εποικοδομούνε
Προστακτική—εποικοδόμει / εποικοδόμησε——εποικοδομήστε / εποικοδομείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →