επωνυμία
•
- το επίσημη ονομασία μιας επιχείρησης, εταιρείας, συλλόγου, ιδρύματος, κ.λπ. Βικιλεξικό
- κάποια πρόσθετη ονομασία (όπως των αρχαίων θεών) Βικιλεξικό
- Βάκχος: επωνυμία του θεού Διονύσου
Ετυμολογία
επωνυμία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπωνυμία. Συγχρονικά αναλύεται σε επ- + -ωνυμία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επωνυμία | επωνυμίες |
| Γενική | επωνυμίας | επωνυμιών |
| Αιτιατική | επωνυμία | επωνυμίες |
| Κλητική | επωνυμία | επωνυμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →