Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επώνυμος

/eˈpo.ni.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι γνωστό τ’ όνομά του, που το γνωρίζουμε Βικιλεξικό
  2. που όλοι τον γνωρίζουν και τον αναγνωρίζουν Βικιλεξικό
  3. που γνωρίζουμε το όνομα κάποιου που έκανε μια ενέργεια Βικιλεξικό
    • επώνυμη καταγγελία
  4. που έχει δώσει το όνομά του σε τόπο Βικιλεξικό
    • Ο Ακάδημος ήταν ο επώνυμος ήρωας του Δήμου της Ακαδημίας. (Διαδρομή στην ιστορία της Αθήνας: Από την αρχαιότητα στο σήμερα, εκδ. Ερευνητές, 2005)

Ετυμολογία

επώνυμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπώνυμος (φερώνυμος, ονομασμένος από κάποιον ή κάτι). Συγχρονικά αναλύεται σε (επι-) επ- + -ώνυμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπώνυμοςεπώνυμηεπώνυμο
Γενικήεπώνυμουεπώνυμηςεπώνυμου
Αιτιατικήεπώνυμοεπώνυμηεπώνυμο
Κλητικήεπώνυμεεπώνυμηεπώνυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπώνυμοιεπώνυμεςεπώνυμα
Γενικήεπώνυμωνεπώνυμωνεπώνυμων
Αιτιατικήεπώνυμουςεπώνυμεςεπώνυμα
Κλητικήεπώνυμοιεπώνυμεςεπώνυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →