επωφελής
•
- λόγιοωφέλιμος Βικιλεξικό
- Επομένως, για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα, (θετικά), περιστατικά έντιμης ζωής με αξιοσημείωτη και επιβραβεύσιμη συμπεριφορά μέχρι την τέλεση της πράξης και απόδειξη θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης σε όλους τους τομείς της ζωής του (Απόφαση 1328 / 2018, Άρειος Πάγος https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=3MMPGP1TCLXMS0SXEUIG0HGCFA2MJF&apof=1328_2018&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C5)
Ετυμολογία
επωφελής < ελληνιστική κοινή ἐπωφελής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επωφελής | επωφελής | επωφελές |
| Γενική | επωφελούς | επωφελούς | επωφελούς |
| Αιτιατική | επωφελή | επωφελή | επωφελές |
| Κλητική | επωφελή / επωφελής | επωφελής | επωφελές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επωφελείς | επωφελείς | επωφελή |
| Γενική | επωφελών | επωφελών | επωφελών |
| Αιτιατική | επωφελείς | επωφελείς | επωφελή |
| Κλητική | επωφελείς | επωφελείς | επωφελή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →