επώδυνος
•
- που προκαλεί ή συνοδεύεται από σωματικό πόνο Βικιλεξικό
- επώδυνη ασθένεια, εγχείρηση
- μεταφορικάπου πληγώνει προκαλώντας αισθήματα οδύνης Βικιλεξικό
- επώδυνη συνάντηση, εμπειρία
Ετυμολογία
επώδυνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπώδυνος < ἐπί + ὀδύνη (το αρχικό ὀ- εκτείνεται όταν απαντά σε σύνθετα)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επώδυνος | επώδυνη | επώδυνο |
| Γενική | επώδυνου | επώδυνης | επώδυνου |
| Αιτιατική | επώδυνο | επώδυνη | επώδυνο |
| Κλητική | επώδυνε | επώδυνη | επώδυνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επώδυνοι | επώδυνες | επώδυνα |
| Γενική | επώδυνων | επώδυνων | επώδυνων |
| Αιτιατική | επώδυνους | επώδυνες | επώδυνα |
| Κλητική | επώδυνοι | επώδυνες | επώδυνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →