εργάζομαι
•
- δουλεύω Βικιλεξικό
- Εργαζόμουν στο σχολείο ως δάσκαλος.
Ετυμολογία
εργάζομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐργάζομαι < ἔργ(ον)+ -άζομαι, επίθημα για τη μεσοπαθητική φωνή του -άζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εργάζομαι | εργάζεσαι | εργάζεται | εργαζόμαστε | εργάζεστε | εργάζονται |
| Παρατατικός | εργαζόμουν / εργαζόμουνα | εργαζόσουν / εργαζόσουνα | εργαζόταν / εργαζότανε | εργαζόμασταν / εργαζόμαστε | εργαζόσασταν / εργαζόσαστε | εργάζονταν / εργαζόντουσαν |
| Αόριστος | εργάστηκα | εργάστηκες | εργάστηκε | εργαστήκαμε | εργαστήκατε | εργάστηκαν / εργαστήκαν / εργαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα εργάζομαι / θα εργαστώ | θα εργάζεσαι / θα εργαστείς | θα εργάζεται / θα εργαστεί | θα εργαζόμαστε / θα εργαστούμε | θα εργάζεστε / θα εργαστείτε | θα εργάζονται / θα εργαστούν / θα εργαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω εργαστεί | έχεις εργαστεί | έχει εργαστεί | έχουμε εργαστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εργαστεί | είχες εργαστεί | είχε εργαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εργαστεί / να εργάζομαι / να εργαστώ | να έχεις εργαστεί / να εργάζεσαι / να εργαστείς | να έχει εργαστεί / να εργάζεται / να εργαστεί | να έχουμε εργαστεί / να εργαζόμαστε / να εργαστούμε | να εργάζεστε / να εργαστείτε | να εργάζονται / να εργαστούν / να εργαστούνε |
| Προστακτική | — | εργάσου | — | — | εργάζεστε / εργαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →