Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εργογόνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου βελτιώνει τη σωματική ή πνευματική απόδοση, ενισχύοντας την ικανότητα του οργανισμού να παράγει έργο Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοεργογόνο: ουσία, παρασκεύασμα ή μέσο που βελτιώνει τη σωματική ή πνευματική απόδοση, ενισχύοντας την ικανότητα του οργανισμού να παράγει έργο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εργογόνος < εργο- + -γόνος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική ergogenic ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική ergogène)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεργογόνοςεργογόνα / εργογόνοςεργογόνο
Γενικήεργογόνουεργογόνας / εργογόνουεργογόνου
Αιτιατικήεργογόνοεργογόνα / εργογόνοεργογόνο
Κλητικήεργογόνεεργογόνα / εργογόνεεργογόνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεργογόνοιεργογόνες / εργογόνοιεργογόνα
Γενικήεργογόνωνεργογόνωνεργογόνων
Αιτιατικήεργογόνουςεργογόνες / εργογόνουςεργογόνα
Κλητικήεργογόνοιεργογόνες / εργογόνοιεργογόνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →