εργοθεραπευτής
•
- επάγγελμαεπιστήμονας υγείας ειδικευμένος στην πρακτική εφαρμογή της εργοθεραπείας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργοθεραπευτής < εργο- + θεραπευτής (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική occupational therapist)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εργοθεραπευτής | εργοθεραπευτές |
| Γενική | εργοθεραπευτή | εργοθεραπευτών |
| Αιτιατική | εργοθεραπευτή | εργοθεραπευτές |
| Κλητική | εργοθεραπευτή | εργοθεραπευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →