Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εργοστασιακός

/eɾ.ɣo.sta.si.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εργοστάσιο, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εργοστασιακός < εργοστάσιο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεργοστασιακόςεργοστασιακήεργοστασιακό
Γενικήεργοστασιακούεργοστασιακήςεργοστασιακού
Αιτιατικήεργοστασιακόεργοστασιακήεργοστασιακό
Κλητικήεργοστασιακέεργοστασιακήεργοστασιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεργοστασιακοίεργοστασιακέςεργοστασιακά
Γενικήεργοστασιακώνεργοστασιακώνεργοστασιακών
Αιτιατικήεργοστασιακούςεργοστασιακέςεργοστασιακά
Κλητικήεργοστασιακοίεργοστασιακέςεργοστασιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →