εργοστασιακός
•
- που έχει σχέση με εργοστάσιο, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργοστασιακός < εργοστάσιο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εργοστασιακός | εργοστασιακή | εργοστασιακό |
| Γενική | εργοστασιακού | εργοστασιακής | εργοστασιακού |
| Αιτιατική | εργοστασιακό | εργοστασιακή | εργοστασιακό |
| Κλητική | εργοστασιακέ | εργοστασιακή | εργοστασιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εργοστασιακοί | εργοστασιακές | εργοστασιακά |
| Γενική | εργοστασιακών | εργοστασιακών | εργοστασιακών |
| Αιτιατική | εργοστασιακούς | εργοστασιακές | εργοστασιακά |
| Κλητική | εργοστασιακοί | εργοστασιακές | εργοστασιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →