Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εργοτάξιο

/eɾ.ɣoˈta.ksi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οι προσωρινές κατασκευές και η εγκατάσταση των μηχανημάτων κ.ά. που απαιτούνται για κάποιο τεχνικό έργο (κατασκευή δρόμου, γέφυρας κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εργοτάξιο < έργο + τάξη + -ιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεργοτάξιοεργοτάξια
Γενικήεργοτάξιου / εργοταξίουεργοταξίων
Αιτιατικήεργοτάξιοεργοτάξια
Κλητικήεργοτάξιοεργοτάξια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →