εργοτάξιο
•
- οι προσωρινές κατασκευές και η εγκατάσταση των μηχανημάτων κ.ά. που απαιτούνται για κάποιο τεχνικό έργο (κατασκευή δρόμου, γέφυρας κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργοτάξιο < έργο + τάξη + -ιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εργοτάξιο | εργοτάξια |
| Γενική | εργοτάξιου / εργοταξίου | εργοταξίων |
| Αιτιατική | εργοτάξιο | εργοτάξια |
| Κλητική | εργοτάξιο | εργοτάξια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →