εργόχειρο
•
- δημιούργημα (κέντημα, πλεχτό κ.ά.) που φτιάχνεται με το χέρι Βικιλεξικό
- θρησκείαχειρωνακτική εργασία ή απασχόληση ενός μοναχού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργόχειρο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή < αρχαία ελληνική ἔργον (εργό-) + χείρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εργόχειρο | εργόχειρα |
| Γενική | εργόχειρου | εργόχειρων |
| Αιτιατική | εργόχειρο | εργόχειρα |
| Κλητική | εργόχειρο | εργόχειρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →