ερείπιο
•
- μισογκρεμισμένο ή σε πολύ κακή κατάσταση κτίριο ή γενικότερα κατασκευή Βικιλεξικό
- αρχαιολογίαγκρεμισμένο μέρος κτιρίου Βικιλεξικό
- […] σε συνάφεια με τα ερείπια κτιρίων προς δυσμάς, η έρευνα των οποίων προγραμματίζεται για το τρέχον έτος, θα πρέπει να αποδοθεί στην υπαίθρια πλατεία της Αγοράς.
- μεταφορικάάνθρωπος σε πολύ μεγάλη ηλικία με κακή υγεία Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος με κλονισμένο ψυχικό κόσμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερείπιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐρείπιον < ἐρείπω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερείπιο | ερείπια |
| Γενική | ερείπιου / ερειπίου | ερειπίων |
| Αιτιατική | ερείπιο | ερείπια |
| Κλητική | ερείπιο | ερείπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →