ερπυσμός
•
- μηχανικήφαινόμενο κατά το οποίο ένα στερεό σώμα, στο οποίο ασκείται μια σταθερή δύναμη, παραμορφώνεται αργά και σταθερά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ερπυσμός < ελληνιστική κοινή ἑρπυσμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ερπυσμός | ερπυσμοί |
| Γενική | ερπυσμού | ερπυσμών |
| Αιτιατική | ερπυσμό | ερπυσμούς |
| Κλητική | ερπυσμέ | ερπυσμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →