Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ερπύστρια

ουσιαστικό
•
  1. τεχνολογία αρθρωτού μεταλλικού ιμάντα που περιβάλλει ένα υλικό: π.χ. στην αυτοκίνηση περικλείει όλους μαζί τους τροχούς της κάθε πλευράς ενός οχήματος και το διευκολύνει έτσι να κινείται σε ανώμαλο ή γενικά ακατάλληλο έδαφος, ενώ στην καλωδίωση χρησιμεύει στη μετακίνηση καλωδίων. Βικιλεξικό
    • οι ερπύστριες ενός τανκ
    • πλαστική ερπύστρια καλωδίων

Ετυμολογία

ερπύστρια < ελληνιστική κοινή, ἑρπυστήρ (αρσενικό), (ζώο, έντομο κτλ. που έρπει) + επίθημα -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήερπύστριαερπύστριες
Γενικήερπύστριαςερπυστριών
Αιτιατικήερπύστριαερπύστριες
Κλητικήερπύστριαερπύστριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →