εστία
•
- λόγιοτζάκι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοικία οικογένειας Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπατρίδα ή τόπος καταγωγής ή κατοικίας Βικιλεξικό
- κτήριο που στεγάζει ομάδες ανθρώπων (π.χ. φοιτητές) ή σχετικό ίδρυμα Βικιλεξικό
- Αυτή τη στιγμή, η Φοιτητική Εστία του Πολυτεχνείου μπορεί να στεγάσει 78 φοιτητές, δηλαδή μόλις το 2% του συνόλου ων φοιτητών και επομένως πολύ λιγότερους απ' όσους έχουν ανάγκη. Σήμερα, οι αιτήσεις έχουν τριπλασιαστεί και το Πολυτεχνείο αδυνατεί να στηρίξει τους φοιτητές του οικονομικά, έχοντας χάσει το 55% της δημόσιας χρηματοδότησής του. (εφημερδία Ελευθεροτυπία, 4/12/2013)
- το σημείο ή ο τόπος όπου εμφανίζεται συγκεντρωμένο ένα γεγονός ή μια δραστηριότητα, που μπορεί να εξαπλωθεί και ευρύτερα Βικιλεξικό
- τεχνολογίατο τμήμα μιας ηλεκτρικής ή άλλης συσκευής το οποίο θερμαίνεται, συμβάλλοντας στο μαγείρεμα ή άλλη σχετική διαδικασία Βικιλεξικό
- Είναι δύσκολο όμως να συναντήσει κανείς διακοσμητή που θα σχεδιάσει μια κουζίνα χωρίς τις εστίες και τον φούρνο για την παρασκευή των γευμάτων, χωρίς ηλεκτρικό ψυγείο, χωρίς ειδικούς αποθηκευτικούς χώρους κ.ά. (εφημερίδα Το Βήμα, 19/7/1998)
- φυσικήτο σημείο όπου εστιάζονται ακτίνες φωτός Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο κέντρο μιας δραστηριότητας Βικιλεξικό
- αθλητισμόςτο μέρος ενός γηπέδου όπου βρίσκεται η κατασκευή με δοκάρια και δίχτυα και που, όταν περάσει η μπάλα στο εσωτερικό της σημειώνεται γκολ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εστία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑστία < προελληνική (ή < ἵστημι) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική foyer)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εστία | εστίες |
| Γενική | εστίας | εστιών |
| Αιτιατική | εστία | εστίες |
| Κλητική | εστία | εστίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →