εστιάζω
•
- φυσικήσυγκεντρώνω τις ακτίνες φωτός και τις αναγκάζω να συγκλίνουν σ’ ένα σημείο Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυγκεντρώνω την προσοχή μου σε κάποιο θέμα, το θέτω στο κέντρο του ενδιαφέροντος Βικιλεξικό
- λόγιογευματίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
1,2 εστιάζω < εστία + -άζω < αρχαία ελληνική ἑστία < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂wes- (κατοικώ, μένω, ζω) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική focaliser) :3 εστιάζω < μεσαιωνική ελληνική ἑστιάζω < αρχαία ελληνική ἑστιάω / ἑστιῶ < ἑστία < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂wes- (κατοικώ, μένω, ζω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εστιάζω | εστιάζεις | εστιάζει | εστιάζουμε | εστιάζετε | εστιάζουν / εστιάζουνε |
| Παρατατικός | εστίαζα | εστίαζες | εστίαζε | εστιάζαμε | εστιάζατε | εστίαζαν / εστιάζαν / εστιάζανε |
| Αόριστος | εστίασα | εστίασες | εστίασε | εστιάσαμε | εστιάσατε | εστίασαν / εστιάσαν / εστιάσανε |
| Μέλλοντας | θα εστιάζω / θα εστιάσω | θα εστιάζεις / θα εστιάσεις | θα εστιάζει / θα εστιάσει | θα εστιάζουμε / θα εστιάσουμε | θα εστιάζετε / θα εστιάσετε | θα εστιάζουν / θα εστιάζουνε / θα εστιάσουν / θα εστιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εστιάσει | έχεις εστιάσει | έχει εστιάσει | έχουμε εστιάσει | έχετε εστιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εστιάσει | είχες εστιάσει | είχε εστιάσει | είχαμε εστιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εστιάσει / να εστιάζω / να εστιάσω | να έχεις εστιάσει / να εστιάζεις / να εστιάσεις | να έχει εστιάσει / να εστιάζει / να εστιάσει | να έχουμε εστιάσει / να εστιάζουμε / να εστιάσουμε | να έχετε εστιάσει / να εστιάζετε / να εστιάσετε | να εστιάζουν / να εστιάζουνε / να εστιάσουν / να εστιάσουνε |
| Προστακτική | — | εστίαζε / εστίασε | — | — | εστιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εστιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →