εστιάτορας
•
- επάγγελμαπου έχει στην ιδιοκτησία του εστιατόριο ή είναι υπεύθυνος γι’ αυτό Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςστρατιώτης που είναι υπεύθυνος για το στρατιωτικό εστιατόριο, για την προετοιμασία των γευμάτων, την καθαριότητα κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εστιάτορας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑστιάτωρ (οργανωτής συμποσίου) από την αιτιατική ενικού «τὸν ἑστιάτορα» < ἑστιάω < ἑστία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εστιάτορας | εστιάτορες |
| Γενική | εστιάτορα | εστιατόρων |
| Αιτιατική | εστιάτορα | εστιάτορες |
| Κλητική | εστιάτορα | εστιάτορες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →