ευαγής
•
- λόγιοπου έχει σχέση με τη φιλανθρωπία Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςαμόλυντος, ιερός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευαγής < αρχαία ελληνική εὐαγής < εὖ + ἁγής < ἄγος / ἅγος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική établissement pieux)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευαγής | ευαγής | ευαγές |
| Γενική | ευαγούς | ευαγούς | ευαγούς |
| Αιτιατική | ευαγή | ευαγή | ευαγές |
| Κλητική | ευαγή / ευαγής | ευαγής | ευαγές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ευαγείς | ευαγείς | ευαγή |
| Γενική | ευαγών | ευαγών | ευαγών |
| Αιτιατική | ευαγείς | ευαγείς | ευαγή |
| Κλητική | ευαγείς | ευαγείς | ευαγή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →